Το Ταξίδι του Ιάσονα
32.jpg

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2009

Στην Σαφράμπολη και το Γιαζίκιοϊ

Χρόνος: 05:01, απόσταση: 43 χλμ., συνολική ανάβαση: 1017μ., ελάχιστο υψόμ.: 332μ., μέγιστο υψόμ.: 724μ.

» Διαδρομή

Μια πόλη στον αστερισμό του σαφράν

Εισέρχομαι στην πόλη όταν είναι ακόμη νωρίς. Τα μαγαζιά ανοίγουν το ένα μετά το άλλο. Μπαίνω σε ένα βιβλιοπωλείο για να βρω μπαταρίες για τη φωτογραφική μηχανή. Μαζί με το πρώτο τσάι της ημέρας, ο βιβλιοπώλης θα ρωτήσει την καταγωγή μου και θα μού πει διάφορα πράγματα για την πόλη. Στο τέλος θα μου δείξει το δρόμο για τον Άγιο Στέφανο.

Πολλά παλιά σπίτια ανακαινίστηκαν στη Σαφράμπολη, δίνοντας στην πόλη μια ιδιαίτερη εικόνα και αναδεικνύοντας σε αξιοπρόσεκτο βαθμό τον παλιό της χαρακτήρα. Μέσα στο τουριστικό κλίμα που επικρατεί στην πόλη, κατά κανόνα λειτουργούν ως ξενοδοχεία και εστιατόρια.

Στην παλιά Σαφράμπολη

Βρίσκομαι στην πλατεία του Αγίου Στεφάνου. Πρόκειται για ένα επιβλητικό κτίριο για τα δεδομένα του τόπου, ωστόσο δεν θα έλεγα ότι θυμίζει ιδιαιτέρως το "ανατολικό" αρχιτεκτονικό στυλ στο οποίο είμαστε συνηθισμένοι στην Ελλάδα.

Έξω από το τζαμί, ένα μεσόκοπο αντρόγυνο τινάζουν μούρα από μια άσπρη μουριά. Ο άντρας με καλεί να φάω μούρα. Είναι πραγματικά νόστιμα. Τα μαζεύουν και τα κάνουν πετιμέζι (πετμέζ). Με ρωτά από πού είμαι. Έλληνας, είπες; Έλα να σού δείξω τον πατέρα μου. Γιατί, τι συμβαίνει άραγε με τον πατέρα του;

Θα με οδηγήσει σε ένα σπιτάκι στη μέση της μικρής πλατείας, στο προαύλιο του τζαμιού. Κάτω από το ανοιχτό παράθυρο φωνάζει ένα όνομα. Σε λίγο ένας γέρος προβάλλει στο περβάζι. Μού εξηγεί ότι ο πατέρας του ζούσε ως "αρκαντάς" μαζί με έναν Έλληνα σε αυτό το σπίτι, αλλά εκείνος πήγε στον Αλλάχ πρώτος, και τώρα έμεινε αυτός μόνος, πιστός προς τον φίλο του, στο ίδιο σπίτι και στο ίδιο δωμάτιο.

Πώς τον έλεγαν; Ο γέρος με κοιτάζει κατάματα κια προφέρει τον ήχο "Κρίστος". Κρίστος; Κρίστος Κρακοπόνος. Δεν άκουσα καλά; Κρίστος Κρακοπόνος, επαναλαμβάνει αργά.

Ένας Δάμων χωρίς Φιντία

Το τζαμί είναι ανοιχτό. Εισέρχομαι, αφήνοντας στην πόρτα τα παπούτσια μου. Δυο παιδιά εκμεταλλεύονται την ησυχία της γειτονιάς και του τζαμιού και διαβάζουν. Χωρίς να το ζητήσω, το ένα παιδί σηκώνεται με προθυμία να μού δείξει το χώρο.

Στην ιστορική Σαφράμπολη

Η Σαφράμπολη είναι μια πόλη με πλούσιο πολιτιστικό παρελθόν. Ως σταθμός των καραβανιών προς τη δύση, συνιστούσε τόπο διαχρονικής συνεύρεσης ανθρώπων από διάφορους πολιτισμούς, πράγμα που συνέβαλε σε έναν ιδιόμορφο και χαρακτηριστικό ανατολικό κοσμοπολιτισμό, ο οποίος λόγω απουσίας συστηματικών πηγών δυστυχώς χάνεται στα βάθη του χρόνου. Ανακηρύχθηκε χώρος παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της Ουνέσκο το 1994, μετά από προσπάθειες των Τούρκων. Είναι αδύνατο να ξεφύγει από το στοιχειωδώς παρατηρητικό μάτι το γεγονός, ότι αυτή την αναγνώριση την περιβάλλει μια ανελέητη τουριστική φάμπρικα. Μπαίνοντας στο ιστορικό κέντρο της παλιάς πόλης, μού κόβει το δρόμο ένας ένστολος (!) αστυνομικός προσφερόμενος να φυλάξει το ποδήλατό μου. Το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να με ρωτήσει από πού είμαι. Συστηματικά όλοι αυτό σε ρωτούν πρώτα, είναι η πρώτη πληροφορία που θέλουν να πάρουν και μετά ακολουθούν τα υπόλοιπα. Και βέβαια, το μπαξίσι δεν το ζητά ευθέως αλλά στο τελείωμα κάθε κουβέντας λέει "εφκαρίστο" και "εφκαρίστο" διαρκώς με έναν άκρως χαρακτηριστικό τρόπο. Είναι φορτικός και επειδή αυτή η συμπεριφορά με ενοχλεί, τον αγνοώ κάνοντας πως δεν καταλαβαίνω.

Στη Σαφράμπολη προφανώς καταφθάνουν άνθρωποι από όλον τον κόσμο. Βλέπω δυο νέους Γιαπωνέζους, όχι πάνω από 18 χρονών, που βγαίνουν από ένα μικρό ξενοδοχείο σέρνοντας δυο μεγάλες βαλίτσες με ρόδες και με πολύ κόπο. Στο λαιμό τους κρέμεται φυσικά μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή που σηκώνεται και πυροβολεί συνεχώς και αδιακρίτως. Τους βλέπω να ταλαιπωρούνται με τις βαλίτσες και τους λυπάμαι τους καημενούληδες, εγώ κουβαλώ μεγαλύτερο βάρος κι όμως δεν ταλαιπωρούμαι έτσι...

Μια προσωπική διαδρομή

Μεσημέριασε. Τέσσερα χιλιόμετρα μετά την Σαφράμπολη, βλέπω μια πινακίδα να δείχνει αριστερά, προς δύο ασήμαντα χωριά της τουρκικής υπαίθρου, το Γιαζίκιοϊ και το Ντούτσε. Μια ανθρώπινη μορφή αρχίζει να διαγράφεται μπροστά μου. Αχνοφαίνεται καθώς ένα αόρατο χέρι απομακρύνει τη σκόνη του χρόνου που τη σκεπάζει. Μια ανθρώπινη εικόνα, σαν όραμα, σε ένα όνειρο που πυροδοτείται από αυτόν τον πρωτόγνωρο χωροχρόνο στον οποίο βρίσκομαι εδώ και τώρα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως είμαι από τους πιο περίεργους τουρίστες που έχουν περάσει από αυτά τα μέρη. Τι δουλειά μπορεί να έχει ένας τουρίστας σε αυτό το δρομάκι; Στρίβω και φτάνοντας σε λίγο στο Γιαζίκιοϊ ρωτώ πώς θα πάω στο Ντούτσε. Το Γιαζίκιοϊ είναι ένα χωριό με καμιά χιλιάδα κατοίκους, που κατά κανόνα ασχολούνται με τη γεωργία. Το Ντούτσε, ένα μικρό χωριουδάκι, είναι το ορεινό του επίνειο. Η ανηφόρα με βγάζει σε ένα πευκόφυτο βουνό, μέσα από κτήματα με οπωροφόρα.

Όπως ακριβώς διάβασα για το κλίμα στο εσωτερικό της Παφλαγονίας, το τοπίο φαίνεται πραγματικά μεσογειακό. Τζιτζίκια κεντούν το καταμεσήμερο. Η ώρα πήγε μία, έχει ζέστη, ο ντάλα ήλιος χτυπά, ο ιδρώτας τρέχει. Ο δρόμος έχει αρκετή κλίση, έχει μάλιστα και τσιμεντόδρομο. Τίποτε όμως δεν με σταματά εδώ. Τίποτε.

Περνώ μέσα από το "Duzce Kanyonu", όπως έγραφε η πινακίδα κάτω στη διασταύρωση, το "Κάνυον του Ντούτσε". Δεν γνώριζα τίποτε για την ύπαρξή του. Βραχώδεις γεωλογικοί σχηματισμοί δίνουν την εικόνα ενός πραγματικού κάνυον. Στο βάθος της χαράδρας ακούω νερό που τρέχει στο ποτάμι.

Το χωριουδάκι διαποτίζεται από τη μυρωδιά της αγελαδινής κοπριάς. Σε μια δεξαμενή κάποιος ποτίζει μερικές αγελάδες και απορεί με την παρουσία μου. Δεν πρέπει να υπάρχουν περισσότερα από 100 σπίτια και ελάχιστους ανθρώπους. Μια βρύση τρέχει δροσερό νερό, περιφραγμένη για να μη βρωμίζεται από τις αγελάδες. Δίπλα φωνάζει μια άσπρη γαλοπούλα κι ένας ξεπουπουλιασμένος κόκορας. Βρίσκομαι σε ένα τυπικό αγροτικό χωριουδάκι, σαν οποιοδήποτε θα μπορούσε κανείς να συναντήσει οπουδήποτε στον κόσμο, κι όμως κάτι μέσα μου χοροπηδά προσπαθώντας να βρει σημάδια.

Αφήνω το ποδήλατο και περπατώ. Παρατηρώ, νιώθοντας μια ανάγκη να χαιδέψω ό,τι βλέπω. Από ένα σπίτι βγαίνει ένα αγόρι, με κοιτάει με απορία, πηγαίνει δίπλα σε ένα άλλο σπίτι, βγαίνουν μαζί με ένα κορίτσι και με κοιτάνε από μακριά σιωπηλά. Λένε ότι υπάρχουν στιγμές στη ζωή μας όπου ο χρόνος σταματά. Βλέπω ένα παλιό σπίτι με ξυλοδεσιά, δείχνει παλιό, απροσδιόριστα παλιό, ίσως δεν έχει καμία σημασία πόσο παλιό, απλώς προσπαθώ να εισχωρήσω στο παρελθόν του, να το αγγίξω.

Στην άκρη του χωριού υπάρχει ένας περιφραγμένος και δασωμένος χώρος με μια πινακίδα, η οποία συμπεραίνω ότι γράφει "οικογενειακό νεκροταφείο του Ντούτσε". Ο χώρος δεσπόζει προς το νότο, πάνω από τον κάμπο. Περνώ το φράχτη. Οι τάφοι είναι διάσπαρτοι κατά ομάδες, συνεπώς ο χαρακτηρισμός "οικογενειακό νεκροταφείο" σημαίνει ότι κάθε ομάδα τάφων ανήκει σε μια οικογένεια. Ελάχιστοι τάφοι είναι καινούργιοι. Σε ένα τμήμα υπάρχουν τάφοι πολύ παλιοί, των οποίων η παρουσία προδίδεται από ένα σωρό πέτρες και τίποτα περισσότερο. Παρατηρώ ότι οι τάφοι, γενικώς και ασχέτως κατασκευής και ηλικίας, έχουν τετραγωνική μορφή, σε αντίθεση με τη γενική τάση της άμορφης ταφής στα μουσουλμανικά νεκροταφεία που έχω δει ως τώρα (mezarlik).

Γη προγόνων

Κατηφορίζω στο Γιαζίκιοϊ. Πείνασα. Μπαίνω στο μπακάλικο για τρόφιμα. Με πλησιάζει ένας κύριος και με ρωτά από πού είμαι. Με είδε να πηγαίνω προς το Ντούτσε και έχει την εύλογη απορία γιατί πήγα εκεί. Του λέω ότι ήρθα να δω το μέρος όπου μεγάλωσε η γιαγιά μου μέχρι το 1992 όταν πήγε στην Ελλάδα. Με μια χαρακτηριστική έκφραση και χειρονομία (τα δάχτυλα ενωμένα προς τα πάνω και το χέρι να κινείται πάνω κάτω) λέει "γκιουζέλ" και βγαίνει έξω.

Στο μπακάλικο είναι δύο νέοι που, αφού με εξυπηρετήσουν, αρχίζουν τις γνωστές ερωτήσεις. Υπάρχει ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής και θα μού προσφέρουν και ίντερνετ. Συνδέω το φορητό μου στο καλώδιο δικτύου και, ενώ συζητάμε και πίνουμε τσάι, θα απολαύσω μια σύνδεση των 9mbit. Μάλιστα κύριοι, σε ένα χωριουδάκι της τουρκικής επαρχίας, θα εργαστώ με το ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο, θα δω την περιοχή στο Google Earth, θα μιλήσω με την Ελλάδα, σε μια σύνδεση των 9mbit!

Όταν βγαίνω έξω από το μικρό μπακάλικο, περνώντας από την πλατεία, με πιάνει από το μπράτσο ο κύριος που με ρώτησε γιατί πήγα στο Ντούτσε και με οδηγεί στην παρέα του έξω από το καφενείο. Το νέο μεταδόθηκε με ταχύτητα αστραπής: ένας Έλληνας ήρθε να δει τον τόπο των προγόνων του. Ανάμεσα στα απανωτά ποτήρια του τσαγιού του αϊράν και των λοιπών υγρών και στερεών κερασμάτων, θα εκτυλιχθούν ιστορίες και λεγόμενα από εκεί που δεν το περιμένεις.

Δεν γνωρίζω τούρκικα κι ωστόσο προσπαθώ και ακούω λέξη προς λέξη όσα ανταλλάσσουν μεταξύ τους, προσπαθώντας να θυμηθούν πληροφορίες από τα παλιά και να απαντήσουν σε ερωτήσεις μου. Λέξεις και ήχοι ανθρώπινοι μπορεί να λειτουργήσουν ως απρόσμενα οδόσημα. Στην μεταξύ τους κουβέντα πιάνω τη λέξη "κάνιον". Το κάνυον... Κάνυον; Τι είναι αυτό, παρακαλώ; Θα μάθω ότι στη χαράδρα πριν το Ντούτσε υπήρχαν μύλοι, όπου άλεθαν τα γεννήματα που παράγονταν στον κάμπο. Να λοιπόν που εκεί βρίσκονταν ο μύλος του προπάππου μου: ο πατέρας της γιαγιάς μου ήταν μυλωνάς. Ήταν μια ευκατάστατη οικογένεια, και κάποτε μετοίκησαν στη Σαφράμπολη όταν μια φωτιά κατέστρεψε το Ντούτζε - τα σπίτια ήταν ξύλινα και οι πυρκαγιές ήταν πρόβλημα. Πληροφορίες από το οικογενειακό παρελθόν συνδυάζονται με καινούργιες. Το κάνυον κατέβαζε νερό όλο το χρόνο και υπήρχαν αρκετοί μύλοι, που σήμερα δεν υπάρχουν, ενώ την τέχνη του μυλωνά την ήξεραν παραδοσιακά οι Έλληνες και οι μύλοι σε αυτούς ανήκαν.

Η μια κουβέντα φέρνει την άλλη, ο ένας άνθρωπος φέρνει τον άλλον. Φέρνουν έναν άντρα καμιά τριανταριά χρονών για μεταφραστή, γιατί ξέρει αγγλικά. Ο Μουσταφά μού λέει ότι είναι μουσικός. Τον ρωτώ τι όργανο παίζει. Κυρίως ούτι. Μού βάζει στο κινητό του να ακούσω ένα μουσικό κομμάτι, όπου παίζει ούτι. Έκπληκτος, ακούω ένα κλασσικό μουχαγέρ-κιουρντί και ρωτώ εάν παίζει κανονάκι ο Μπακταγκίρ. Έκπληκτος με τη σειρά του, με ρωτά πώς αναγνώρισα τον ήχο. Θα μου πει, ότι το κομμάτι ηχογραφήθηκε στην Ιστανμπούλ για τις "Φωνές του Ωκεανού", αλλά τελικά ο Γκιοκσέλ δεν το συμπεριέλαβε στο δίσκο. Αυτά βέβαια σημαίνουν ότι είναι εξαιρετικός μουσικός. Σαν τυπικός ανατολικός μουσικός, έχει μια απίστευτη αταραξία και "δεν σού γεμίζει το μάτι" καθόλου.

Η ώρα θα κοντεύει τρεις όταν σχεδιάζω την αναχώρησή μου, γιατί κάποτε πρέπει να φύγω από αυτούς τους φιλόξενους ανθρώπους. Εδώ και ώρα πεινώ, ενώ στην είσοδο του χωριού είχα εντοπίσει μία βρύση με ίσκιο ιδανικό για μεσημεριανό. Ο Μουσταφά με ρωτά κάτι για φαγητό, με τρόπο που αρχίζω να καταλαβαίνω τι περίπου θα συμβεί. Ένα αυτοκίνητο έρχεται. Ο Μουσταφά με βάζει στη θέση του συνοδηγού, μπαίνει πίσω, και με οδηγούν έξω από το χωριό, δείχνοντάς μου από πού θα κόψω δρόμο για την Κασταμονή αργότερα.

Το αυτοκίνητο μπαίνει σε ένα κτήμα. Καμιά δεκαριά σκυλιά μάς υποδέχονται με φασαρία. Τα κόβω για δυνατά κυνηγόσκυλα, έχουν πολύ νεύρο. Μόλις κερδίσω το ένα θα ηρεμήσουν. Μερικά είναι δεμένα και μού λένε να τα προσέξω. Βλέπω ένα πέτρινο καλύβι, μια δεξαμενή, νερό πηγής, οπωροφόρα δέντρα, καθώς και κήπο με λαχανικά. Σπίτια άλλα δεν υπάρχουν κοντά. Το περιβάλλον είναι λοφώδες, ένας τυπικός θαμνότοπος που μοιάζει με τη μεσογειακή μακία. Μπορώ να υποθέσω ότι είναι λαγότοπος και τα σκυλιά είναι λαγόσκυλα.

Ο Μουσταφά και ο Τανζού ανοίγουν το καλύβι, όπου υπάρχει μια μικρή κουζίνα και ένα δωμάτιο. Και αρχίζει η διαδικασία του τσιμπουσιού... Ο Τανζού είναι οπωσδήποτε μερακλής στο φαγητό, τον βλέπω πώς κόβει το κρεμμύδι και πώς το σβήνει με το αλάτι - το κάνει ακριβώς α λα ελληνικά. Τον βλέπω πώς ετοιμάζει τη σαλάτα, κάνει ακριβώς τη σαλάτα που εμείς λέμε χωριάτικη - ντομάτα (ντομάτες), αγγουράκι (σαλάτα), πιπεριά (μπεμπέρ), κρεμμύδι (σογάν), ξύδι (σιρκέ). Το μικρό τραπέζι στο υπόστεγο του καλυβιού γεμίζει με καλούδια, που καταφθάνουν μέσα από το καλύβι όπου υπάρχει ένα ολόκληρο ψυγείο γεμάτο φαγώσιμα και ποτά.

Βλέπω τον Τανζού να φέρνει ένα πήλινο σκεύος, το οποίο ξεσκεπάζει και κάτι ετοιμάζεται να βγάλει από μέσα. Τι είναι αυτό βρε παιδιά; Είναι ταουσάν. Και τι είναι το ταουσάν, παρακαλώ; Ο Μουσταφά μπαίνει στο καλύβι, φέρνει ένα φυλλάδιο, ψάχνει μια σελίδα και μού δείχνει μια φωτογραφία του ταουσάν: είναι ο λαγός! Χώνω το πρόσωπό μου μέσα στην πήλινη γάστρα για να πάρω μυρουδιά. Χριστέ μου Παναγιά μου και όλοι οι άγιοι μαζί.

Ξέροντας από ζώα, γνωρίζω κάποια πράγματα για την ποιότητα του κρέατος. Πώς διαφέρει το κρέας από ζώα που ζουν φυσικά από το κρέας του εμπορίου: το πρώτο διατηρεί φυσική γεύση, ενώ το δεύτερο όταν μαγειρεύεται απαιτεί καρυκεύματα και μπαχαρικά για να "πάρει γεύση". Λαμβάνοντας υπόψιν το γεγονός ότι η τούρκικη κουζίνα έχει δυνατές γεύσεις με χρήση πολλών καρυκευμάτων και μπαχαρικών (πράγμα που έγινε ήδη σε αυτό το φαγητό), η γεύση του κρέατος αυτού είναι τόσο δυνατή ώστε δεν σκεπάζεται. Τα καρυκεύματα μαζί με τις μελιτζάνες και τις πιπεριές συμπληρώνουν την πολύ πλούσια γεύση του λαγού. Η γεύση του φαγητού αυτού είναι απίστευτη. Ο μάγειρας του λαγού είναι βέβαια ο Τανζού. Ο Μουσταφά λέει ότι δεν ξέρει να μαγειρεύει, ξέρει όμως καλά να τρώει!

Καθώς τρώμε και πίνουμε και μιλάμε, συνειδητοποιώ ότι πρέπει να κόψω τους γρυλλισμούς και τις λοιπές αυθόρμητες εκδηλώσεις ικανοποίησης... γιατί παίρνουν τα κομμάτια του λαγού από τα δικά τους πιάτα και τα βάζουν στο δικό μου.

Το καλύβι αυτό είναι περίπου το ησυχαστήριό τους. Τα παιδιά τους έφυγαν στην πόλη, του ενός στη Σαφράμπολη του άλλου στην Κωνσταντινούπολη. Μού δείχνουν το "τουφέκ" με το οποίο κατεβάζουν τους λαγούς, ένα παλιό μακρύκαννο δίκαννο. Η περιοχή έχει κυνήγια.

Η ώρα περνά, αλλά δεν βιάζομαι καθόλου σήμερα. Σήμερα αφήνω τη μέρα να μού φέρει ό,τι θέλει. Είναι απόγευμα όταν θα πάρουμε το δρόμο για το χωριό. Έξω από το καφενείο της πλατείας βλέπω το ποδήλατο όπως το άφησα. Άντε πάλι κεράσματα, αλλά προτιμώ μόνο αϊράν για τη χώνεψη. Περιέργως, ασχέτως με όλη αυτή την εκπληκτική φιλοξενία, νιώθω μέσα μου μια περίεργη πίεση. Θέλω να βρεθώ μόνος.

Κυλώ σε έναν ήσυχο δρόμο, σε αγροτικά τοπία, στο εσωτερικό της Παφλαγονίας. Είμαι μόνος, κι όμως μιλώ σε δεύτερο πρόσωπο. Σού μιλώ μετά από τόσα χρόνια, για τελευταία φορά. Σε ένα μέρος χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από εδώ, πριν από 25 χρόνια, ένα πρωινό μέσα στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου πήρες την τελευταία σου ανάσα. Χωρίς να το ξέρεις, γιατί δεν επικοινωνούσες, σού υποσχέθηκα ότι κάποτε θα ερχόμουν. Ήρθα, Μικρασιάτισσα. Ήρθα στον τόπο όπου πρωτοείδες το φως, μέχρι τα δεκατέσσερά σου όταν πήρες τον φοβερό δρόμο της προσφυγιάς. Έτσι είχαν φροντίσει οι ανίκανοι άρχοντες της μητέρας πατρίδας. Κάποια νύχτα μπήκατε στην ορδή, σε μια πολυήμερη εξαντλητική πορεία από το εσωτερικό της Παφλαγονίας μέχρι τα παράλια του Εύξεινου Πόντου. Ο μόνος άντρας της οικογένειας που είχε απομείνει ζωντανός ήταν ο μεσόκοπος πατέρας σου και οι νέες γυναίκες φορούσατε στο λαιμό μερικά φλουριά για να τα βλέπουν οι Τούρκοι, να τους δωροδοκεί ο πατέρας και να σάς αφήνουν να περνάτε. Όσοι επιζήσατε μέχρι τη θάλασσα, μοιραστήκατε σε πλοία. Οι περισσότεροι Σαφραμπολίτες βγήκαν στην Αττική, εσείς βγήκατε στη Μακεδονία και τη Μαγνησία, σε άλλες ερημιές. Εσύ με μια αδερφή σου στη Μαγνησία, αργότερα παντευτήκατε ντόπιους, από τα εφτά παιδιά σου έζησαν τα τέσσερα, ανάμεσα σ΄ αυτά η μάνα μου, τα ξέρουμε αυτά και οι δυο, να μην τα ξαναλέμε. Ποτέ δεν ήθελες να μιλάς για εκείνα τα γεγονότα, ήταν φανερό ότι σε πλήγωσαν σε μια ευαίσθητη ηλικία. Αλλά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, είχες ένα διαφορετικό χαρακτήρα, μια διαφορετική προσωπικότητα, που διέφερε από όλους τους άλλους στην οικογένεια. Εδώ σήμερα στη γη των Γιουνάν, στη γη των Ιώνων, σε κατάλαβα καλύτερα, Μικρασιάτισσα.

Σουρουπώνει. Το μόνο που απομένει είναι να βρω ένα καλό μέρος για τη σκηνή μου.

Μια γυναίκα περνά αργά φορτωμένη με ένα δεμάτι ξύλα, χωρίς να με κοιτάξει απευθείας, κάνοντας μια καμπύλη όπως περνάμε μακριά από ένα μουλάρι που φοβόμαστε μη μας κλωτσήσει. Σε λίγο περνά ένας ξερακιανός άντρας καμία εβδομηνταριά χρονών. Δείχνοντας λέει "γκιουζέλ", εννοώντας ότι βρήκα καλό μέρος για να κατασκηνώσω. Το δρομάκι μπροστά μου είναι περαντζάδα, για αυτούς που μένουν κοντά και το προτιμούν για να μην περπατούν στον ασφαλτόδρομο.

Δεν περνούν δέκα λεπτά και βλέπω τον ίδιο άντρα να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση, προς το μέρος μου. Κρατά μια νάυλον σακούλα. Τον παρατηρώ προσεκτικά με τρόπο. Κάθεται δέκα μέτρα απέναντί μου, καταγής στο γρασίδι, απλώνει μια πετσέτα, ανοίγει τη σακούλα, βγάζει μισό καρβέλι ψωμί, το κόβει με το χέρι σε πεντέξη κομμάτια, και μού νεύει να έρθω για φαγητό.

Πηγαίνω στο ποδήλατό μου και παίρνω ντομάτα και τυρί. Κάθομαι πλάι του. Δεν ανταλλάσσουμε πολλά λόγια, η επικοινωνία είναι μη-λεκτική. Του δείχνω ότι έχω φάει. Αυτός αρχίζει. Σε ένα τέταρτο έχει τελειώσει, και το ψωμί και τη ντομάτα και το τυρί. Έχοντας απολαύσει το φαγητό, στρίβει τσιγάρο. Το απολαμβάνει κι αυτό. Καμία βιασύνη από κανέναν. Όταν τελειώνει το τσιγάρο, ήσυχα-ήσυχα μαζεύει την πετσέτα και τη σακούλα, σηκώνεται, ευχαριστεί, χαιρετά, φεύγει. Ο άνθρωπος αυτός ο θεόφτωχος είχε ένα κομμάτι ψωμί για απόψε και αυτό ήρθε να το μοιραστεί με έναν άγνωστο ξένο.

Οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να προσθέσουν σχόλια.