Το Ταξίδι του Ιάσονα
24.jpg

Σάββατο 11 Ιουλίου 2009

Στην καρδιά του Ανατολικού Πόντου

Χρόνος: 07:22, απόσταση: 96 χλμ., συνολική ανάβαση: 1392μ., ελάχιστο υψόμ.: 0μ., μέγιστο υψόμ.: 197μ.

» Διαδρομή

Νωρίς, πριν ακόμα το ρολόι μου δείξει έξη, κυλώ στην πρωινή δροσιά. Η πρώτη πόλη που σήμερα θα συναντήσω είναι ο Περσεμπές.

Το φεγγάρι του Περσεμπέ

Στην Πουλαντζάκη (Bulancak)

Προχωρημένο μεσημέρι, μπαίνω στην Κερασούντα. Όπως ισχύει σχεδόν για κάθε μεγαλούπολη, η πόλη είναι απογοητευτική για τον ποδηλάτη: μεγάλοι δρόμοι, κίνηση, θόρυβος, ιδίως στις εισόδους και εξόδους. Και στο πλάι των δρόμων μεγάλα και ομοιόμορφα τσιμεντόκουτα.

Ένα μνημείο που θέλω οπωσδήποτε να επισκεφθώ σε αυτή την πόλη είναι ο Άγιος Νικόλαος. Ρωτώντας βρίσκω το μουσείο εύκολα. Απέναντί του υπάρχει ένα κτίριο με μπαλκόνια, που μοιάζει με κλινική. Από το μπαλκόνι του 2ου ορόφου ίσως μπορέσω να βγάλω μια καλή φωτογραφία. Μπαίνω στο κτίριο και ρωτώ μία νοσοκόμα, η οποία ευγενικότατα με οδηγεί μέσα από το κτίριο στο μπαλκόνι.

Ο Άγιος Νικόλαος Κερασούντας

Το ελληνικό παρθεναγωγείο

Να πετάξω; Να μην πετάξω;

Σύμβολα του Πόντου

Αναμνηστικό μιας φιλίας

Από μικρός στα βάσανα

Θεσπιάς

Πού θα μείνω απόψε; Κάποιο μέρος θα βρω. Δίπλα στο δρόμο, βλέπω την είσοδο σε ένα χωράφι με φουντουκιές. Χρειάζεται να ανυψώσω μια ξύλινη μπάρα για να μπω στο κτήμα, έναν μακρύ κορμό για να μην περνούν ζώα όπως άλογα ή αγελάδες. Κλείνω πίσω μου τη μπάρα και μόλις έχω στήσει τη σκηνή μου, όταν με αντιλαμβάνονται δύο μικρά παιδιά και ένας σκύλος. Σε λίγο έρχονται τα παιδιά με τον παππού τους να με συναντήσουν.

Μετά από τις κλασικές ερωτήσεις, θα με καλέσει στο σπίτι. Μου αρκεί να φέρω τη σκηνή μου κοντύτερα στο σπίτι. Σε ένα σπίτι που βρίσκεται μέσα στο κτήμα, ζει μια οικογένεια με τα παιδιά και τον παππού. Το κτήμα περιλαμβάνει κήπο, πηγές νερού, και έχουν επίσης και τρεις αγελάδες. Ο μπαμπάς δουλεύει στην πόλη και έρχεται το βράδυ.

Όταν νυχτώνει, ο παππούς με ένα άλλο μεγαλύτερο παιδί μαζεύουν τις αγελάδες μέσα στο παχνί, που βρίσκεται στην άκρη του κτήματος. Έχει πέσει το σκοτάδι, όταν ο παππούς έρχεται να με καλέσει στο "καθιστικό", που είναι μια ανοιχτή ταράτσα δίπλα στο σπίτι, κάτω από τα αστέρια και πάνω από τη θάλασσα του Πόντου. Περίεργα μεγάλα έντομα πετούν στην ατμόσφαιρα σαν στούκας (μοιάζουν με νέπες) και παρότι δεν είναι επικίνδυνα πρέπει να έχεις το νου σου να μην πέσουν στο μάτι σου.

Το γιαούρτι, σπιτικό από την αγελάδα, είναι θαυμάσιο. Μού έφερε μια γαβάθα, και θα κρατήσω και για το πρωινό. Μού εξηγεί ότι πιο κοντά στο σπίτι θα είμαι πιο ασφαλής, γιατί στο βουνό κυκλοφορούν αρκούδες. Παίρνω ένα πακέτο μπισκότα από τα πράγματά μου και μόλις το δίνω στον μικρό Τζαφέρ τρέχει στο σπίτι να το απολαύσει με τον αδερφό του. Στο μεταξύ, εγώ απολαμβάνω κάτι διαφορετικό, νιώθω μια πρωτόγνωρη ικανοποίηση απολαμβάνοντας τους στεναγμούς αυτού του παππού. Ρωτάει για μένα, ρωτώ για αυτόν, μαθαίνει ο ένας την ιστορία του άλλου. Είναι εντελώς παράξενο τελικά αυτό αλλά είναι ένα γεγονός: δύο άνθρωποι που δεν έχουν κοινή γλώσσα να συνεννοηθούν είναι δυνατό να επικοινωνήσουν μέσα από μη-λεκτικούς κώδικες επικοινωνίας.

Οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να προσθέσουν σχόλια.