Το Ταξίδι του Ιάσονα
34.jpg

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009

Σύλλη, Κόνυα: από την έρημο προς τις λίμνες

Χρόνος: 05:18, απόσταση: 66 χλμ., συνολική ανάβαση: 869μ., ελάχιστο υψόμ.: 1025μ., μέγιστο υψόμ.: 1558μ.

» Διαδρομή

Η Σύλλη στα τούρκικα, όπως άκουσα τη λέξη, προφέρεται ακριβώς όπως και στα ελληνικά ("Σύλλη") και ας γράφεται Sille. Ήταν ένα από τα λίγα χωριά όπου μιλιόντουσαν τα "καππαδοκικά ελληνικά" ως το 1922. Η διάλεκτος αυτή εξελίχθηκε από τα βυζαντινά ελληνικά, μετά το 1071 όταν η Καππαδοκία αποκόπηκε από τον υπόλοιπο ελληνόφωνο κόσμο και τα τούρκικα έγιναν η lingua franca στην περιοχή. Πρώιμες γραπτές μαρτυρίες της διαλέκτου ανιχνεύονται στα περσικά ποιήματα του Ρουμί και η πρώτη γραμματική της εκδόθηκε από τον καθηγητή του Oxford Richard MacGillivray Dawkins το 1916.

Η Σύλλη κατοικούνταν από Έλληνες, οι οποίοι συμβίωναν ειρηνικά με τους Τούρκους της γειτονικής Κόνιας για περισσότερο από 800 χρόνια. Κατά την παράδοση, ο Τζελαλεντίν Ρουμί έγινε μάρτυρας ενός θαύματος που συνέβη στο χριστιανικό μοναστήρι του Αγίου Χαρίτωνα (στα τούρκικα επιβιώνει ως AkMonastir, Άσπρο Μοναστήρι), κατά το οποίο θαύμα, κατά μερικούς, ο άγιος έσωσε τον γιο του Ρουμί από πτώση. Μέσα στο χριστιανικό μοναστήρι, ο Ρουμί κατασκεύασε ένα μικρό τζαμί και ζήτησε από τους Τούρκους να μην προσβάλλουν τους Έλληνες και από τους Έλληνες να φροντίσουν τον τάφο του. Αμφότεροι σεβάστηκαν τις εντολές του και στο πνεύμα της ειρηνικής συνύπαρξης μαρτυρούνται έως και σουλτανικά φιρμάνια προς τους Τούρκους της Κόνιας, τα οποία τους υπενθύμιζαν την υπόσχεση του σεβασμού των Ελλήνων της Σύλλης. Πράγματι η συνύπαρξη αυτή έμεινε πολύ ειρηνική, πράγμα που συνέτεινε ώστε οι Έλληνες της Σύλλης να διατηρήσουν για οκτώ αιώνες την θρησκεία, την γλώσσα και τα ιδιαίτερα ήθη και έθιμά τους μέχρι το 1923. Τότε, με την "ανταλλαγή" των πληθυσμών, το κριτήριο του διαχωρισμού βασίστηκε στη θρησκεία και το 1924 όλος ο ελληνικός πληθυσμός είχε φύγει πλέον από την Σύλλη.

Πρωινό στην Σύλλη

Στραμμένοι προς την ανατολή

Ο αχανής κάμπος της Κόνυα

Η Σύλλη θα αποδειχθεί ένας ακόμη από τους τόπους που θα μού φέρει μία ιδιότυπη θλίψη, στο ταξίδι μου αυτό: λυπάμαι που δεν έχω στη διάθεσή μου χρόνο να μείνω σε αυτό το μέρος. Πόσο χρόνο, θα ρώταγε κανείς. Χρόνο "άπειρο": άπλετο, ελεύθερο, χωρίς τίποτε να σε πιέζει, να γυρνάς στον τόπο και να ζεις τις γωνιές του, κάθε λεπτομέρεια, αφήνοντας τη θεά Τύχη να σού φέρει ότι θέλει αυτή. Τοπία, σπίτια, χρώματα, μυρωδιές, τυχαίες συναντήσεις, ιερά ανθρώπινα ψήγματα ενός χωροχρόνου που δεν μπορείς να προσδιορίσεις, και ούτε χρειάζεται να το κάνεις. Όσο περισσότερο σιωπάς τόσα περισσότερα να μαθαίνεις, όσο περισσότερο ξεχνάς τον εαυτό σου τόσα περισσότερα να παίρνεις. Για να συνεχίσω προς τα δυτικά, πρέπει πρώτα να κατηφορίσω τα λίγα χιλιόμετρα προς την Κόνυα.

Μετά την πόλη αρχίζει μία ανηφοριά σε ένα βουνό. Σταματώ σε μια στροφή του δρόμου και χάνομαι στη θέα της πόλης που ξεδιπλώνεται πάνω από τον αχανή κάμπο. Μού έρχεται στο μυαλό ένας στίχος από ένα παραδοσιακό τραγούδι από τη συλλογή του Πολίτη, εκείνο που άρχιζε "ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος τα δυο βουνά μαλώνουν", στο οποίο ο Όλυμπος στρέφεται υποτιμητικά προς τον Κίσσαβο και λέει "τι με μαλώνεις Κίσσαβε, κονιαροπατημένε... ". Στα χωριά του Κισσάβου είχαν εγκατασταθεί οι Κονιάρηδες, τουτέστιν έποικοι από την περιοχή της Κόνυα - σύνηθες φαινόμενο οι εποικισμοί στην οθωμανική αυτοκρατορία. Κάτω από τον μεσημεριάτικο ήλιο, ο δρόμος ανεβαίνει σαν φίδι στις βουνοπλαγιές, μέχρι που ο κονιαροπατημένος αχανής κάμπος, ο ανατολικός τίγρης, χάνεται κάπου πίσω μου.

Ναι, αυτή η πόλη που χάνεται πίσω μου, αυτός ο κάμπος, αυτός ο τόπος που χάνεται εκεί πίσω στον ορίζοντα, αντιπροσωπεύει μια στιγμή θλίψης. Παράξενη αίσθηση. Ποδηλατώ στην ανηφόρα και συνεχώς το κεφάλι μου γυρίζει πίσω. Κάποια στιγμή όμως έρχεται το αναπόφευκτο, ξέρω ότι θα έρθει, και θα βλέπω πλέον μόνο τα άγονα βουνά και την ανηφόρα. Ακόμα μια αίσθηση απώλειας, μια αίσθηση ότι ο χρόνος δεν στέκεται όσο θα ήθελα καλός μαζί μου αυτή τη φορά. Ίσως κάποια άλλη φορά έλθω, με άλλες συνθήκες, χωρίς χρονοδιαγράμματα, δεσμεύσεις και άλλους στόχους, παρά μόνο για τη μουσική. Η πόλη αυτή έχει μια έντονη και ιδιαίτερη μουσική παράδοση, που μπορεί να θεωρηθεί ένας δεύτερος πόλος στην ανατολική μουσική μετά την Κωνσταντινούπολη. Η παράδοση αυτή δεν θεωρώ πλέον ότι δεν σχετίζεται με τις ιστορικές συνθήκες ζωής των Ελλήνων στην περιοχή της Κόνιας, και υπό το φως της παράδοσης του Ρουμί και των Μεβλανά. Και εδώ μέχρι σήμερα οι μουσικοί σέβονται τους μεγάλους Έλληνες συνθέτες και δασκάλους του παρελθόντος και τους μελετούν. Στην Πόλη η ανατολική μουσική παράδοση απέκτησε ένα κλασικό χαρακτήρα που προσιδιάζει περισσότερο στην δυτική κλασική μουσική, αλλά εδώ σε αυτόν τον παραδοσιακό πόλο ανάπτυξής της κράτησε περισσότερο τα παραδοσιακά μονωδιακά χαρακτηριστικά διατηρώντας έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Αλλά και έναν γενικότερο "κοινωνικό" χαρακτήρα, π.χ. βλέπει κανείς γυναίκες σολίστ σε όργανα όπως το ταμπούρ, πράγμα που δεν βλέπουμε στην Πόλη. Εάν υπήρχε μια ουσιαστική ιστορική έρευνα που θα έσκαβε στο παρελθόν χωρίς προκαταλήψεις, είναι σαφές ότι θα προέκυπταν εξόχως ενδιαφέροντα στοιχεία για τις πολιτιστικές σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων, αλλά αυτά τα πράγματα δεν συμβαδίζουν με τις συμβατικές ιδέες των απολίτιστων πολιτικών της εποχής μας, αμφοτέρων των πλευρών. Υπάρχουν μουσικές σχολές και εκδηλώσεις και θα ήθελα πάρα πολύ να έλθω σε επαφή με αυτόν τον μουσικό κόσμο. Η μνήμη της παρελθούσας θητείας μου στα ανατολικά όργανα και τη μουσική με κάνει και πονώ. Πονώ, αλλά πρέπει να εκπληρώσω τη δέσμευση, την υπόσχεση που έδωσα στον εαυτό μου για αυτό το ταξίδι. Αχ, τι αμείλικτος που μπορεί να είναι ο χρόνος... Αυτή την πόλη που χάνεται πίσω μου, κάποτε ίσως, ποιος ξέρει, ίσως να την ξαναβρώ μπροστά μου - πόσο το εύχομαι αυτό...

Έχει περάσει το μεσημέρι όταν το τοπίο αλλάζει πάλι. Η ανατολική στέππα είμαι σίγουρος ότι έχει τελειώσει. Κυλώ πλέον σε βουνά δασωμένα με πεύκα. Συναντώ κάπου-κάπου πηγές, που τρέχουν φρέσκο νερό στην άκρη του δρόμου. Το απόγευμα διαπιστώνω ότι έχω ανέβει ήδη σε δύο περάσματα, το Belenbasi Beli στα 1460 και το Hanonu Beli στα 1560 μ. Σήμερα έκανα συνολικά μόνο 66 χιλιόμετρα, αλλά νιώθω κούραση, από τις δύσκολες ορεινές διαδρομές και την ταλαιπωρία των τελευταίων ημερών στις ερημιές και τους άσχημους δρόμους. Ναι, έχω ανάγκη από ανάπαυση.

Βρίσκω ένα δασάκι δίπλα σε μια βρύση, και αποφασίζω ότι θα περάσω εδώ τη νύχτα. Τα αυτοκίνητα είναι σπάνια, δεν υπάρχουν άνθρωποι κοντά, κρύβομαι στο δασάκι και το μόνο που ελπίζω είναι το βράδυ να μην έχω επισκέψεις από άγρια ζώα. Σε αυτά τα μέρη υπάρχουν πολλά γουρούνια, όπως έχω ήδη διαπιστώσει από τα κουφάρια τους στην άκρη των δρόμων, τα οποία ωστόσο ευελπιστώ ότι δεν συνιστούν ιδιαίτερη απειλή. Ενώ ακόμη ο ήλιος δεν έχει πέσει, με παίρνει ένας υπνάκος και ξυπνώ αρκετά φρέσκος στο ήσυχο περιβάλλον, πολύ πριν αρχίσει να νυχτώνει.

Πράγματι, στο τέλος μιας ακόμα κουραστικής ημέρας, ένα φιλόξενο μέρος σαν αυτό, πλάι σε μια πηγή με φρέσκο νερό, προοιωνίζεται μία θαυμάσια νύχτα. Τα δάση έχουν ξαναρχίσει. Μετά από μερικά ακόμα ορεινά περάσματα, η ανατολική στέππα έχει τελειώσει. Αύριο θα αρχίσει η Περιοχή των Λιμνών.

Οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να προσθέσουν σχόλια.